Κωνσταντίνος Γιάνναρης: Τα παιδιά της «Άνοιξης» είναι στοιχειωμένα από τις αμαρτίες των γονέων τους

Ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, ένας από τους σπουδαιότερους σκηνοθέτες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, επιστρέφει στο σινεμά με μια ακόμη εκρηκτική ταινία για την Αθήνα του σήμερα.
Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

Διαβάστε παρακάτω τι είπε  για τη νέα του ταινία  το «Ξύπνημα της Άνοιξης»στη σύντομη συνέντευξή του  ο  Κωνσταντίνος Γιάνναρης

 

 Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για την ταινία;

 

Ο τίτλος «Το Ξύπνημα της Άνοιξης» εμπεριέχει την έκρηξη της νιότης και της εφηβείας. Ένα βιολογικό και φαντασιακό ξέσπασμα – απόλυτο και συνάμα χωρίς επίγνωση του μέτρου και του συμβιβασμού. Άνευ ορίων. Ταυτόχρονα, ο τίτλος είναι μια ειρωνική αναφορά στο ομώνυμο θεατρικό έργο, γραμμένο από τον Γερμανό Frank Wedekind το 1896, ένα κλασικό έργο του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Το βασικό εγχείρημα του Wedekind: η νεανική σεξουαλική καταπίεση οδηγεί σε ψυχοπαθητικές αναταραχές και συμπεριφορές βίαιες και αντι-κοινωνικές. Είναι ένας από τους μύθους και εμμονές του μοντερνισμού που τώρα κοιτάμε πίσω με μια συμπάθεια, αν όχι συγκατάβαση. Οι νεαροί πρωταγωνιστές της ταινίας είναι ό,τι άλλο εκτός από καταπιεσμένοι ερωτικά. Όμως η παραβατικότητα, η αναταραχή, η βία είναι διάχυτες στη ζωή τους. Μια εθιστική ουσία, μεταξύ πολλών άλλων.

 

– Με την ταινία αυτή ολοκληρώνετε μια άτυπη τριλογία για τη βία και τις διάφορες εκφάνσεις της γύρω μας, όπως και για την περιθωριοποίηση. Γιατί επιλέξατε να μιλήσετε για τη βία μέσα από τόσο νεαρούς χαρακτήρες;

 

Στην «Άκρη της Πόλης» και τον «Όμηρο», η βία είχε να κάνει με περιθωριοποιημένες ομάδες που προσπαθούν να ενταχθούν στη ελληνική πραγματικότητα ή με την αμείλικτη βία της τοπικής κοινωνίας και του κράτους. Στο «Ξύπνημα της Άνοιξης», «κανονικά» παιδιά λαϊκό-μικρο-μεσοαστικής καταγωγής, πλήρως ενταγμένα στον mainstream κοινωνικό ιστό, ζουν τον δικό τους μύθο εξέγερσης. Εδώ, ‘αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα’.

 

Στις νεότερες αυτές ηλικίες χαράσσονται πιο βαθιά και ανεξίτηλα τα τραύματα μιας εποχής. Τα παιδιά της «Άνοιξης» είναι στοιχειωμένα από τις αμαρτίες των γονέων τους  – μητέρων και πατέρων. Είναι η γενιά που, για πρώτη φορά από τον πόλεμο, θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη φουρνιά. Η απληστία και βουλιμία των προηγουμένων έχουν αφήσει ελάχιστα περιθώρια και ζωτικό χώρο για τους καινούριους. Το ψέμα, η υποκρισία, η απογοήτευση, η οργή δεν διαπραγματεύονται ούτε αποκωδικοποιούνται με τόση διάκριση και ευκολία. Η αντίδραση είναι απόλυτη, μονοδιάστατη χωρίς ίχνος συμβιβασμού ή ελέους. Είναι τελικά αυτοκαταστροφική..

 

– Πώς βρήκατε τους νεαρούς πρωταγωνιστές; Τι πιστεύετε ότι προσδίδουν σε μια τέτοια ταινία φρέσκα πρόσωπα σαν κι αυτά;

 

Κάποιοι μού συστήθηκαν. Άλλους τους ήξερα από προηγούμενες δουλειές τους. Άλλους τους μαζέψαμε στη πορεία. Με την ομάδα casting της Σωτηρίας Μαρίνη και του Άκη Γκουρζουλήδη, ψάξαμε αρκετούς μήνες να συγκροτήσουμε τον βασικό πυρήνα της ταινίας. Ήταν δύσκολη ταινία από άποψη casting. Να βρεις τις σωστές ισορροπίες μεταξύ των νεαρών χαρακτήρων. Να  μπορούν να σηκώσουν πειστικά το βάρος των συγκεκριμένων δύσκολων ρόλων και να είναι σε μια ηλικία που απαιτεί η ιστορία. Αυτό, όμως, σημαίνει πως πρέπει να συνεργαστείς με νέους ηθοποιούς χωρίς τεράστια κινηματογραφική πείρα και με το θάρρος να το επιχειρήσουν.

 

Τι ήταν αυτό που θέλατε να συλλάβετε από το σήμερα με την ταινία αυτή; Πώς βλέπετε τη νέα γενιά;

 

Μια ομάδα εφήβων μοιραία βρίσκονται και δένονται μεταξύ τους. Τα αρχικά μικρο-εγκλήματα και η μικρο-παραβατικότητα σταδιακά κλιμακώνονται σε πράξεις βίαιες και τελικά δολοφονικές. Όλο αυτό με μια αφέλεια και αθώα απερισκεψία. Η πορεία της ομάδας σπαρμένη με αδρεναλίνη, λεφτά, χαρά και έρωτα. Όπως και ο δρόμος προς την κόλαση είναι σπαρμένος με τις πιο αγνές προθέσεις… Το «Ξύπνημα της Άνοιξης» είναι μια βίαιη ταινία ενάντια στην βία του σήμερα.

 

 

 

Οι «Τρεις αδερφές στο θέατρο Πορεία

«Μαραμένα τα γιούλια και οι βιόλες, μαραμένα και τα γιασεμιά, μαραμένες οι ελπίδες μας όλες… Αλλά μήπως έχει καμιά σημασία; Τίποτα δεν έχει σημασία πια!» ...